καταδέρκομαι

καταδέρκομαι
καταδέρκομαι
1 behold c. acc.

φίλοισι γὰρ φίλος ἐλθὼν ξένιον ἄστυ κατέδρακεν Ἡρακλέος ὀλβίαν πρὸς αὐλάν N. 4.23


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταδέρκομαι — (Α) βλέπω από ψηλά, αγναντεύω («ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δέρκομαι «βλέπω, παρατηρώ»] …   Dictionary of Greek

  • καταδέρκομαι — look down upon pres ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέδρακεν — καταδέρκομαι look down upon aor ind act 3rd sg καταδέρκομαι look down upon aor ind pass 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδερκομένοιο — καταδέρκομαι look down upon pres part mid masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδερχθῆναι — καταδέρκομαι look down upon aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδέρκεαι — καταδέρκομαι look down upon pres ind mid 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδέρκεται — καταδέρκομαι look down upon pres ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρκομαι — και δερκιάομαι (Α) 1. βλέπω καθαρά 2. βλέπω, παρατηρώ κάποιον ή κάτι («...δερκομένοισι Τρῶας» ενώ παρατηρούσαν τους Τρώες) 3. διακρίνω, αισθάνομαι («κτύπον δέδορκα») 4. (για την Τύχη) προσβλέπω με εύνοια, ρίχνω ευνοϊκή ματιά 5. (για το φως)… …   Dictionary of Greek

  • καταδερκομέναν — καταδερκομένᾱν , καταδέρκομαι look down upon pres part mid fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”